ἱλαστήριος

ἱλᾰσ-τήριος, α, ον (ος, ον PFay.337 (ii A.D.)),
A propitiatory, offered in propitiation,

μνῆμα J.AJ16.7.1

;

θάνατος LXX 4 Ma.17.22

; θυσίαι PFay. l.c.
II [full] ἱλαστήριον ἐπίθεμα, the mercy-seat, covering of the ark in the Holy of Holies, LXXEx.25.16(17): ἱλαστήρ ¯ ιον alone as Subst., ib.Le.16.2,al., Ep.Hebr.9.5, cf. Ph.2.150.
2 (sc. ἀνάθημα) propitiatory gift or offering, Ep.Rom.3.25; of a monument, Inscr.Cos 81,347.
3 monastery, Men.Prot.p.15 D.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ιλαστήριος — α, ο (ΑΜ ἱλαστήριος, ον θηλ. και ία) [ιλάσκομαι] 1. εξιλαστήριος, εξιλαστικός, εξευμενιστικός 2. το ουδ. ως ουσ. ιλαστήριο(ν) (ενν. ανάθημα) κάτι που προσφέρεται προς εξιλέωση, μέσο εξιλασμού αρχ. 1. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἱλαστήριον το κάλυμμα τής… …   Dictionary of Greek

  • ἱλαστηρίων — ἱλαστήριος propitiatory fem gen pl ἱλαστήριος propitiatory masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱλαστήριον — ἱλαστήριος propitiatory masc acc sg ἱλαστήριος propitiatory neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱλαστηρίοις — ἱλαστήριος propitiatory masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱλαστηρίου — ἱλαστήριος propitiatory masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱλαστηρίους — ἱλαστήριος propitiatory masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱλαστηρίῳ — ἱλαστήριος propitiatory masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱλαστήρια — ἱλαστήριος propitiatory neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιλάσκομαι — ἱλάσκομαι (ΑΜ) 1. (κυρίως για θεούς) εξιλεώνω, καταπραΰνω 2. (για ανθρώπους) εξευμενίζω 3. εξαγνίζω 4. (παθ. μελλ.) ἱλάσομαι και ἱλασθήσομαι α) ευσπλαγχνίζομαι, είμαι ελεήμων β) συγχωρώ («ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», ΚΔ). [ΕΤΥΜΟΛ. < *σι σλά σκ… …   Dictionary of Greek

  • ιλεωτήριον — ἱλεωτήριον, τὸ (Α) [ιλεούμαι] ιλαστήριον (βλ. ιλαστήριος) …   Dictionary of Greek

  • ՄԵՂՍԱՔԱՒԻՉ — ( ) NBH 2 0249 Chronological Sequence: 7c, 10c, 12c ա. իբր ἰλαστήριος, ἴλαος, ἴλεως propitius, habens vim propitiandi. Քաւիչ մեղաց. պատճառ քաւութեան մեղաց. մարկդիր սուրբ խորհրդոյ մարմնոյ եւ արեանն տեառն. *Մեղսաքաւիչ խորհուրդն կենդանարար:… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.